Το νερό είναι μοναδικός φυσικός πόρος, τόσο διότι είναι απαραίτητο για την επιβίωση του ανθρώπου και των άλλων οργανισμών, όσο και διότι, σε μακροχρόνια κλίμακα, θεωρητικά η συνολική διαθέσιμη ποσότητα νερού σε κάθε περιοχή, είναι περίπου σταθερή.
Ο όρος «ποιότητα του νερού» δεν συνιστά από μόνος του μία συγκεκριμένη αξία διότι υπόκειται εννοιολογικά και πρακτικά σε συνεχείς μεταβολές και συνεπώς πρέπει να θεωρείται και να μελετάται σε σχέση με τα οικολογικά συστήματα και τις διαφορετικές χρήσεις του νερού. Μόνο μία λεπτομερής ανάλυση των ποσοτικών και ποιοτικών απαιτήσεων των διαφορετικών χρήσεων του νερού, μπορεί να οδηγήσει στην εκτίμηση της ποιότητας και της επάρκειας ή της ανεπάρκειας των διαθέσιμων υδατικών πόρων.Κατά τις τελευταίες δεκαετίες η φυσική ποιότητα των υδατικών πόρων μεταβλήθηκε σημαντικά εξ’ αιτίας των διαφόρων ανθρώπινων δραστηριοτήτων και χρήσεων του νερού. Οι περισσότερες περιπτώσεις ρύπανσης αναπτύχθηκαν βαθμιαία μέχρις ότου έγιναν φανερές και μετρήσιμες. Χρειάστηκε πολύς χρόνος μέχρι να φτάσει ο άνθρωπος στην αναγνώριση των προβλημάτων ρύπανσης και ακόμα περισσότερος για να γίνουν οι απαραίτητες μετρήσεις και οι έλεγχοι.
Τα χαρακτηριστικά του πόσιμου νερού διακρίνονται σε φυσικά, χημικά και μικροβιολογικά. Ως προς τα φυσικά του χαρακτηριστικά, το πόσιμο νερό πρέπει να είναι εύγευστο, διαυγές, άχρωμο, άοσμο και η θερμοκρασία του να κυμαίνεται από 7-11 οC. Από χημικής πλευράς, το νερό δεν πρέπει να περιέχει ουσίες ή ιόντα πέρα από τις παραμετρικές τιμές. Στην Ελλάδα τα επιτρεπτά όρια καθορίζονται με την ΚΥΑ Υ2/2600/2001 (ΦΕΚ 892Β/11-7-2001).
Ως προς τα μικροβιολογικά χαρακτηριστικά, το πόσιμο νερό δεν πρέπει να είναι μολυσμένο, δηλαδή να μη περιέχει παθογόνους μικροοργανισμούς, όπως είναι του τύφου, χολέρας, δυσεντερίας κ.ά. γιατί τότε είναι φορέας λοιμώξεων. Τα επιτρεπτά όρια και για τις μικροβιολογικές παραμέτρους προκύπτουν από την παραπάνω ΚΥΑ.
Κατά τον προγραμματισμό και την εκτέλεση των υδρευτικών γεωτρήσεων, μέριμνα του γεωλόγου είναι η εξασφάλιση της υγειονομικής προστασίας του νερού της γεώτρησης από μολυσμένα νερά που θα ήταν δυνατόν να εισέλθουν είτε απευθείας στη γεώτρηση είτε να διεισδύσουν σε υδροφόρο στρώμα, το νερό του οποίου τροφοδοτεί τη γεώτρηση. Γι’ αυτό, κατά τον καθορισμό της θέσης των υδρευτικών γεωτρήσεων, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη από τη μία το περιβάλλον (να μην υπάρχουν εστίες μολυσμένου νερού) και από την άλλη οι τοπικές γεωλογικές συνθήκες. Εδάφη με επιφανειακή εξάπλωση υδροδιαπερατών σχηματισμών, ασβεστολίθων ή άλλων μακροδιαπερατών πετρωμάτων, επιτρέπουν τη διείσδυση μολυσμένου επιφανειακού νερού μέχρι τον υδροφόρο, χωρίς να υποστεί τη φυσική διύλιση, ώστε να καταστεί ακίνδυνο.
Τα μέτρα που πρέπει να λαμβάνονται κατά την εκτέλεση των γεωτρήσεων είναι η τυχόν απομόνωση ενός ή περισσοτέρων υδροφόρων στρωμάτων, η τοποθέτηση «τυφλών» σωληνώσεων, η διευθέτηση του χώρου γύρω από τη γεώτρηση, η απολύμανση της γεώτρησης με διάλυμα χλωρίου κ.ά.
Φυσικοχημική ανάλυση του νερού
Σύμφωνα με τη φυσικοχημική ανάλυση του νερού της ύδρευσης (Δεκέμβριος 2010) για όλους τους οικισμούς του πρώην Δήμου Φερών, τα δείγματα είναι σύμφωνα με τις προδιαγραφές της ΚΥΑ Υ2/2600/2001 ως προς τις εξετασθείσες φυσικοχημικές παραμέτρους.
Μικροβιολογική ανάλυση του νερού
Σύμφωνα με τη μικροβιολογική ανάλυση του νερού της ύδρευσης για όλους τους οικισμούς του Δήμου Φερών, τα δείγματα είναι σύμφωνα με τις προδιαγραφές της ΚΥΑ Υ2/2600/2001 ως προς τις εξετασθείσες φυσικοχημικές παραμέτρους.
Στέργιος Απ. Σιουμουρέκης
Γεωλόγος MSc, Α.Π.Θ.

Καλοί οι κανονισμοί, αλλά το ολικό χρώμιο που μετρήσαμε στο Στεφανοβίκειο στις 22/12/2010 είναι άνω της επιτρεπόμενης τιμής (νόμιμο όριο) της ΚΥΑ Υ2/2600. Μήπως λοιπόν δεν γίνονται τακτικές αναλύσεις;
ΑπάντησηΔιαγραφήΣχετικό link: http://technologianerou.blogspot.com/2011/03/blog-post.html